Ελληνικό κόσμημα: Τίς πταίει; (Μέρος Γ)

Ενα σημαντικό πρόβλημα που φυσικά δεν χαρακτηρίζει μόνο τον χώρο του ελληνικού κοσμήματος, γίνεται όμως οξύτερο στην Ελλάδα – χώρα μκρή και με *ρηχή* αγορά, όπου *ρηχός* στα οικονομικά σημαίνει όχι μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης λόγω περιορισμένης αγοραστικής δύναμης και έλλειψης καινοτομίας ικανής να προσελκύσει νέους αγοραστές – είναι το γεγονός ότι ο *κύκλος του εικαστικού κοσμήματος* είναι ένα *κλειστό κύκλωμα που αυτοτροφοδοτείται και αυτοαναιρείται*.

Με αυτό δεν εκφράζω μία αξιολογική κρίση πάνω στην ποιότητα των έργων ή στις πρακτικές προβολής κι έκθεσης τους, παρά κάνω την αυτονόητη για όποιον έχει επισκεφτεί εκθέσεις συγχρονου κοσμήματος σε μεγάλες διοργανώσεις του εξωτερικού διαπίστωση: ο κύκλος των ενδιαφερόμενων – δημιουργών, πελατών, κριτικών/επιμελητων/θεσμών – στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά μικρός (και καχεκτικός).

Και το κυριότερο (ή το χειρότερο): Δεν επαρκεί για να θρέψει όλα αυτά τα στόματα που επιθυμούν να βιοποριστούν από το επάγγελμα αυτό (αν υποτεθεί για λόγους απλοποίησης του συλλογισμού ότι όλοι όσοι συμμετέχουν σε αυτό τον κύκλο έχουν το ίδιο υψηλό επίπεδο και ελκυστικότητα για τους δυνητικούς αγοραστές).

Για αυτό τον λόγο – υποτίθεται – ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να ανοίξει ο κύκλος αυτός και προς το εξωτερικό.

Επιτρέψτε μου να εκφράσω στα αγγλικά τη δυσπιστία μου:

It ‚ s easier said than done / Είναι πιο εύκολο, πιο ανώδυνο να πει κανείς ας ανοίξουμε τον κύκλο, παρά να το κάνει.

Γιατί; Γιατί η ελληνική αγορά και αισθητική, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, δεν έχει μεγάλη σχέση με τις αγορές και την αισθητική του εξωτερικού που κι αυτή είναι διαφορετική στις χώρες του Βορρά από αυτές του Νότου – για πολιτισμικούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς λόγους – και διαφορετική στην Αγγλία από ό,τι στη Γερμανία κλπ.

Ωστόσο παρουσιάζει κάποια κοινά χαρακτηριστικά που – κατά τη γνώμη μου – απουσιάζουν en masse από την αντίστοιχη αγορά της Ελλάδας.

Θα το πω με μία αλληγορία.

Με κόπο κι εκπαίδευση, μπορώ να ανοίξω ως Ελληνας στην Ελλάδα ένα εστιατόριο με σούσι και να προσφέρω υψηλές υπηρεσίες σε πελάτες που επιθυμούν να μάθουν την υψηλής γεύσης και αισθητικής εξωτική κουζίνα που όμως πόρρω απέχει από την παραδοσιακή μας (γευστικότατη) φασολάδα ή τα γεμιστά, με τα οποία έχω μεγαλώσει.

Ομως, για να γίνω διάσημος σεφ και να συρρέουν από όλο το κόσμο για να γευτούν το σούσι μου στην Αθήνα, δεν αρκεί να μαγειρεύω τέλεια ιαπωνικά εδέσματα. Πρέπει να είμαι όχι απλώς άριστος τεχνικά, αλλα και καινοτόμος – νοηματικά, αισθητικά κι αισθησιακά – ως σεφ. Οι *πιστοί* του περίφημου σεφ Νόμπου Ματσουχίσα τον ακολουθούν και στο Τόκυο και στο Παρίσι και στο Μπεβερλυ Χίλς και στην Αθήνα.

Το ίδιο συμβαίνει και με το ελληνικό σύγχρονο κόσμημα. Ενα Ελληνας καλλιτέχνης που αγωνίζεται σε επίπεδο διεθνούς καινοτομίας θα βρει λόγω της απόδοσης του τις πόρτες ανοικτές.

Από την άλλη, πάρα πολλοί Ελληνες σχεδιαστές/καλλιτέχνες/δημιουργοί είναι καλοί, άριστοι, εξαιρετικοί, όμως δυστυχώς – το τονίζω το δυστυχώς – αυτό δεν φτανει, γιατί δεν είναι – στην πλειοψηφία τους – καινότομοι. Καινοτόμος σημαίνει να μας πεις κάτι που δεν έχει ξαναειπωθεί, όχι να μας δείξεις ότι κι εσύ ξερεις να το κάνεις άριστα όπως ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την θέση/μορφή/ιδέα. Μπράβο σου για αυτό: για την τεχνική σου κατάρτιση, για την ενημέρωση σου, για τον ενθουσιασμό σου. Ομως αυτό δεν αρκει να σε χρίσει καλλιτέχνη. Γιατί ο καλλιτεχνης έχει πάντα τη δική του υπογραφή.

Αριστα καταρτισμένοι σεφ σούσι δεν τραβούν κόσμο να έρθει στην Αθηνα ειδικά για αυτούς. Ελκύουν ίσως τους φίλους, τους συγγενείς και μερικούς σχετικούς με τον χώρο τουρίστες που θα έρθουν άπαξ για τον ήλιο, την θάλασσα, τα αρχαία, άντε και το σούσι της αθηναϊκής γειτονιάς, το οποίο όμως δεν θα το θεωρήσουν δα και *Μέκκα του σούσι*, ώστε κάθε χρόνο να έρχονται για προσκύνημα. Οι μεγαλες διοργανωσεις καινοτομίας αποτελούν πόλο έλξης διεθνώς. Οι επισκέπτες κάνουν *χατζ* κάθε χρόνο.

Το πως την αδυναμία τους αυτή, οι Ελληνες δημιουργοί μπορούν να την μετατρέψουν σε δύναμη και δυνατότητα, είναι μία άλλη ιστορία. Κανείς όμως δεν προχώρησε στη δουλειά του πετροβολώντας κάθε καλοπροαίρετη και γόνιμη κριτική – και σίγουρα με αυτό τον τρόπο δεν προσέλκυσε ούτε έναν δυνητικά ενδιαφερόμενο παραπάνω. Αντιθετα, έβρασε στο ζουμί του.

 

 

Advertisements

Ελληνικό κόσμημα: Τίς πταίει; (Β‘ Μέρος)

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα πολλών Ελλήνων δημιουργών που θέλουν να χρησιμοποιήσουν το  κόσμημα ως εικαστικό μέσο και να εκφράσουν πρωτό-τυπες εννοιολογικές κι αισθητικές αξίες, είναι η επανάληψη.

Σίγουρα, η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως. Ωστόσο, η επανάληψη στα βήματα που χάραξαν άλλοι – συνήθως πασίγνωστοι ξένοι καλλιτέχνες, αλλά και Ελληνες δημιουργοί που στάθηκαν κινητήρια δύναμη διεθνούς πρωτοπορίας άλλοτε – όταν δεν αποτελεί συνειδητά προγραμματισμένη μαθησιακή άσκηση (όπως κάνουν οι νέοι ζωγράφοι που στο Λούβρο π.χ. *αντιγράφουν* την Τζοκόντα για εξάσκηση της τεχνικής και του *ματιού* τους και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό) – τότε (συνειδητά ή ασυνείδητα) αποτελεί αντιγραφή — κακή ή καλή, ολίγον μας ενδιαφέρει.

Πέραν του ηθικού ζητήματος, αλλά και της *ρετσινιάς του ατάλαντου* που συνοδεύει πάντα τον αντιγραφέα της δημιουργίας άλλου, πρακτικά – στη συνείδηση των τεχνοκριτικών, των συλλεκτών, των επιμελητών, του καλά ενημερωμένου φιλότεχνουν κοινού, των καταρτισμένων δημοσιογράφων η μη πρωτότυπη δημιουργία καταχωρείται ως επανάληψη/αντιγραφή.

Πρωτότυπος σημαίνει ότι μια έννοια ή αισθητική αξία εκφράζεται αυτοτελώς με ολοκληρωμένο και καινοτόμο τρόπο και εξ ορισμού φέρει – αναγνωρίσιμη ως τέτοια – προσωπική (υπο)γραφή.

Ετσι λοιπόν π.χ. θαμμένα/ σκουριασμένα/βρωμισμένα έργα μπορεί αισθητικά ή/και νοηματικά να μας παραπέμπουν στα προ εικοσαετίας πτυχιακά πειράματα „Decay Clothes“

Bildschirmfoto 2017-05-26 um 11.25.18.png

του πολυτάλαντου Χουσεϊν Τσαλαγιάν, αλλά και στα έργα πλήθος άλλων γνωστών καλλιτεχνών ή και στα διεθνή βραβεία φωτορεπορτάζ που προ τριετίας απονεμήθηκαν σε ενότητα για τα θύματα της μεξικανικής μαφίας, εκ των οποίων δεν απέμειναν παρά τα (θαμμένα) ρούχα τους, και να αποτελούν ένα είδος συνέχειας ή διαλόγου με τους ανωτέρω, όμως σε καμμία περιπτωση δεν μπορεί εν έτει 2017 να θεωρηθούν καινοφανή.

Πριν πιστέψετε (και εσείς οι ίδιοι) ότι ανακαλύψατε τον τροχό, διαβάστε τη διεθνή βιβλιογραφία.

Ως προς το θέμα της κατάρτισης των δημοσιογράφων που καλύπτουν το ρεπορτάζ των τεχνών στην Ελλάδα, νομιζω ότι – με εξαίρεση φωτεινές εξαιρέσεις στα ελάχιστα έντυπα ποιότητας που έχουν απομείνει – δεν χρειάζονται λόγια: αρκεί να διαβάσει κανείς τις αντίστοιχες στήλες εφημερίδων όπως η Φαινάνσιαλ Τάιμς ή η Φρανκφουρτερ Αλγκεμάινε και να καταλάβει τη διαφορά γνωσιακής, αναλυτικής και συνθετικής ποιότητας και κρίσης.

Δέον είναι όταν καλύπτουμε θέματα που δεν τα γνωρίζουμε εις βάθος, να μην εμπιστευόμαστε το κριτήριο της *καρδιάς* μας ή *τί μας αρέσει*., αλλά τουλάχιστον να διαβάζουμε. Οχι, τι γράφουν οι σύγχρονοι μας δημοσιογράφοι, αλλά τι μας διδάσκει η ιστορία και η κριτική της τέχνης. Μετά δέον είναι, όταν η δουλειά μας είναι να καλύπτουμε τον χώρο της τέχνης ή να *μπλογκάρουμε* για αυτόν – να επισκεφτόμαστε τις μεγάλες συλλογές – στην Αθήνα π.χ. στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ώστε να καταλαβαίνουμε μετέπειτα στην ζωή μας τι σημαίνει αντικείμενο και τι σημαίνει τέχνη: ενίοτε ταυτίζονται. Να φροντίζουμε δηλαδη να ανοίξει το μάτι μας – όπως λέμε στην καθομιλουμένη.  Τρίτον, αφού έχουμε φτάσει στο σημείο ικανοποιητικής γνωστικής επάρκειας, να φροντίζουμε να έχουμε άποψη και να την τεκμηριώνουμε.

Η σύγχρονη τέχνη – στην οποία περιλαμβάνεται και το σύγχρονο κόσμημα – δεν έχει σχέση με το ρήμα *αρέσω*, αλλά με το ρήμα *ερωτώ*, *διαπιστώνω*, *τέμνω*, *διαλέγομαι*.

Για το θέμα της καινοτομίας θα πούμε περισσότερα σε επόμενο σημείωμα.

Ειρήσθω εν παρόδω, ο χώρος των *εφαρμοσμένων τεχνών: κόσμημα – κεραμική – ύφασμα κ.α.π. * στην Ελλάδα έχει φορέα: το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και θέτει τα κριτήρια ποιότητας εγγυώμενο για την κατάρτιση κι επαγγελματισμό των μελών του. Αποστολή του είναι επίσης να προστατεύει τον χώρο των τεχνών και τα μέλη του από το *μπέτε σκύλοι αλέστε* που επικρατεί σε πολλούς τομείς στην χώρα.

„Πάμε Schmuck;“ Για να ξαναδούμε ένα κείμενο δύο χρόνια μετά…Παραμένει επίκαιρο;

Φωτογραφία: Απιστοι Θωμάδες… Talismans with St.Thomas(es) full of doubts by Loukia Richards, 2015. Credit: Christoph Ziegler.

Αφορμή για την επαναδημοσίευση του κειμένου που δημοσίευσα προ διετίας είναι – μεταξύ άλλων – η εντύπωση που μου έκαναν οι τιμές των κοσμημάτων στη υπέροχη έκθεση εις μνήμιν Μάνφρεντ Μπίσοφ, με έργα δικά του και με αυτά (διακεκριμμένων) μαθητών και φίλων του.

Την έκθεση  διοργάνωσε το κρατικό Επιμελητήριο Τεχνών κι Επαγγελμάτων του Μονάχου – που διοργανώνει και τη Σμουκ – κατά την πρόσφατη Σμουκ 2017 για να τιμήσει τον τεθνεότα καλλιτέχνη. Καταβάλλοντας ποσά μεταξύ περίπου 800 και 6.000 ευρώ μπορούσε κανείς να αποκτήσει κοσμήματα περίφημων καλλιτεχνών (πολύτιμα μέταλλα και συχνά μονοτυπίες) δλδ πασίγνωστων κι αναγνωρισμένων μαθητών ή φίλων του Μ.Μπίσοφ. Για ένα συλλέκτη ή για ένα λάτρη της τεχνης του κοσμήματος οι τιμές που αντιστοιχούν στα έργα και τις υπογραφές είναι εξαιρετικά λογικές.

Κράτησα τον κατάλογο με τις τιμές για να ανατρέχω σε αυτόν, όταν στην Ελλάδα παντελώς άγνωστοι και άνευ σπουδών σοβαρών – συχνά αυτο-χρισθέντες – *δημιουργοί εικαστικού κοσμήματος* ξεκινούν τις απαιτήσεις τους από το χιλιάρικο και βάλε! Θα τους ρωτάω λοιπόν κι εγώ (αυτούς ή τους *γκαλερίστες τους*) – όπως είθισται στις εκθέσεις του εξωτερικού να ρωτα (και το κάνει όντως) το αγοραστικό κοινό:

Γιατί θεωρούν τα έργα τους τόσο σημαντικά, για να τα τιμολογούν τόσο υψηλά;

Προς σύγκριση δε των βιογραφικών τους – κοινώς πόσα απίδια πιάνει ο σάκκος; – θα ανατρέχω στον κατάλογο της έκθεσης του Μονάχου εξηγώντας τους – αν το επιθυμούν – πόσα χρόνια μελέτης, εκθέσεων και διακρίσεων έχει στοιχίσει στον καλλιτέχνη το έργο που τιμολογεί ίδια με το δικό τους.

Ενα καλό, αγαπητοί αναγνώστες, μπορούν να κάνουν στον (σοβαρό) Ελληνα δημιουργό οι συμμετοχές του σε σοβαρές και μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού όπως η Σμουκ, η Εβδομάδα Κοσμηματος ή η Σιεραντ: να τον γηώσουν, ώστε να μάθει ότι το επάγγελμα δεν είναι αρπακτή, αλλα συνέχεια. Δεν περιμένουμε τον ενα πελάτη για να βγάλουμε τα έσοδα της χρονιάς, αλλά τη συνεχή ροή εκθέσεων και πελατών, αν θέλουμε να έχουμε εισόδημα σταθερό από την τέχνη μας. Συνεχης δουλειά, ενημέρωση κι έκθεση είναι η άλλη προύπόθεση, για να μπορούμε να αυτοαποκαλούμαστε επαγγελματίες στον χώρο κι όχι ερασιτέχνες ή διάττοντες αστέρες. Πολλές φορές οι υψηλές και παράλογες για την εμπειρία και την αναγνωρισιμότητα τους τιμές είναι ο κύριος λόγος που Ελληνες δημιουργοί δεν πουλάνε στο εξωτερικό, όπου το αγοραστικό κοινό είναι εξαιρετικά ενημερωμένο και χρησιμοποιει λίστα σύγκρισης τιμών.

Αν το θέμα σας ενδιαφέρει, διαβάστε περισσότερα πιο κάτω.

Σχετικά με ερωτήσεις σας, πότε θα κάνουμε νέο εργαστήριο στην Ελλάδα σχετικά με το κόσμημα (τεχνικές, ιστορία, μάρκετινγκ και προβολή, επικοινωνία και διεθνείς αγορές), η απάντηση είναι: Ενδεχομένως τον Μάιο 2018 ως σάμερ σκουλ, όμως μέχρι τότε θα δημοσιεύσουμε σχετική ανακοίνωση.

Ιδού το παλαιό κείμενο:

Τα οφέλη μίας έκθεσης είναι πολύ διαφορετικά και πάντα υπολογίζονται ανάλογα με το τι επιζητεί ο καθένας.

Οπως είπαμε σε προηγούμενο σημείωμα, εκθέσεις υπάρχουν πολλών ειδών: εμπορικές, καλλιτεχνικές, εναλλακτικές, μουσειακές, θεσμικές κλπ. όπως και πολλών ειδών είναι οι χώροι παρουσίασης των έργων: γκαλερί μαίηνστρημ, γκαλερί εναλλακτικές, αντι-γκαλερί, μουσεία, φουαγιέ εταιρειών, δημόσιοι χώροι ή δημόσια πάρκα, πινακοθήκες, βιβλιοθήκες, βιτρίνες καταστημάτων, πρώην βιομηχανίες, φούρνοι, καφενεία, τροχόσπιτα κ.α.π.

Με άλλα λόγια: όταν επιλέγουμε να κάνουμε μία έκθεση προσέχουμε εκτός από την φερεγγυότητα και ικανότητα των μελλοντικών συνεργατών μας και το χώρο και το νόημα τους κι αναρωτιόμαστε:
Ταιριάζουν όλα αυτά στο κόνσεπτ της δουλειάς μας;
Ταιριάζουν όλα αυτά σε αυτό που εμείς θέλουμε να βάλουμε στο βιογραφικό μας;
Ταιριάζουν όλα στο στίγμα που θέλουμε να δώσουμε;

Για να μιλήσουμε για τον χώρο του ταλαίπωρου μεν, με πολύ *λίπος* δε (σ.τ.σ. το 2015)  ελληνικού κοσμήματος:
Αλλη στρατηγική ακολουθεί ο εικαστικός δημιουργός, άλλη αυτός που θέλει να βρει πελάτες χονδρικής, άλλη ο εξειδικευμένος σε αντίγραφα ή το εργαστήριο αργοροχρυσοχοϊας, άλλη ο ερασιτέχνης ή αματέρ, άλλη αυτός που θέλει να ζήσει από την εργασία του κλπ.

Κι εδώ κυριαρχεί μία τεράστια παρεξήγηση.

Ας πούμε λοιπόν μερικές δυσάρεστες αλλά χρήσιμες αλήθειες σε όσους επιθυμούν να συνεχίσουν τον αγώνα τους δημιουργία κι αναγνώριση πατώντας με τα δύο πόδια γερά στην γη:

1. Κανένας μα κανένας καλλιτέχνης — σε όποιον κλάδο κι αν αγωνίζεται — δεν γίνεται γνωστός ούτε *πουλάει* από τη μία μέρα στην άλλη.
Προϋποθέτει πολλά χρόνια σπουδής, μελέτης, θυσιών και απίστευτα σκληρής δουλειάς αυτό το επαγγελμα, αλλά κι ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας.

2. Η τέχνη είναι ένα εξαιρετικά σκληρό επάγγελμα με μεγάλα ρίσκα. Αν θέλετε να βιοποριστείτε από αυτό, αναρωτηθείτε αν έχετε το στομαχι να αντέξετε: την απόρριψη, τα κτυπήματα της μοίρας, τον σκληρότατο και συχνά δόλιο ανταγωνισμό και τις μικρότητες;
Είστε ικανοί να τα βγάλετε πέρα μέσα στην αρένα με τα λιοντάρια;
Θα τα κάνετε σουβλάκια και κεμπάμπ ή θα σας φάνε αυτά;
Αν είστε ρομαντικοί ή πιστεύετε ότι η τέχνη είναι ένα επάγγελμα αγγέλων με υψηλά ιδανικά μείνετε *ερασιτέχνες* ή *αματέρ*. Ουδέν μεμπτόν σε αυτό. Συνεχίστε την κατασκευή των όμορφων έργων σας, κάντε τις εκθέσεις σας, αλλά περιορίστε τις εξωπραγματικές φιλοδοξίες σας ή ψευδαισθήσεις σας.
Μία εξ αυτών;

Λυπάμαι, αλλά σε καμία γκαλερί της προηγμένης Δύσης δεν διατίθενται προς πώληση έργα αγνώστων σε τιμές πασίγνωστων δημιουργών.
Οχι μόνον οι έμποροι τέχνης και οι γκαλερίστες γνωρίζουν, αλλά και το κοινό είναι *μάνυ κόνσιους*, έχει δηλαδή συνείδηση της αξίας του χρήματος που έχει στην τσέπη του, με πόσο κόπο το έβγαλε, τι παίρνει με αυτό κι αναλόγως το ξοδεύει. Το γερμανικό, ολλανδικό, αγγλικό, ελβετικό κοινό είναι εξαιρετικά σφικτό κι απαιτητικό. Σε κάποιες χώρες παίζουν δε ποιοτικά στάνταρντς που είναι παντελώς άγνωστα στην Ελλάδα κι έτσι οι δημιουργοί τρώνε πόρτα χωρίς να καταλαβαίνουν το γιατί.

3. Οταν κάνετε μία έκθεση, μην περιμένετε ούτε να πουλήσετε ούτε να έχετε επιτυχία.
Την έκθεση την κάνετε γιατί
α. έχετε κάτι να πείτε και θέλετε οπωσδήποτε να το πείτε
β. θέλετε να πάρετε ένα φηντ μπακ για τη δουλειά σας
γ. θέλετε να προσθέσετε ένα λιθαράκι στο βιογραφικό που κτίζετε με μία καλή έκθεση σε ένα καλό χώρο
δ. θέλετε να κάνετε γνωριμίες, να δικτυωθείτε, να γράψουν για εσάς.
Στο εξωτερικό δεν νοείται καλή έκθεση χωρίς να αφησει *ίχνη* για μήνες μετά: π.χ. να έχει ιντερνετική παρουσία (ιστοσελίδα, μπλογκ ή ψηφιακό κατάλογο/δημοσιεύματα του Τύπου/αναφορές σε άλλα μπλογκς κλπ.) ή να συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού. Αν αναρωτιέστε γιατί οι εκθέσεις που κάνετε δεν αφήνουν *ίχνη* είναι γιατί πολύ λίγοι στον χώρο των τεχνών γνωρίζουν από επικοινωνία. Αυτή είναι δουλειά άλλων ειδικών.

4. Το βιογραφικό, για το οποίο οι ΚΑΛΕΣ εκθεσεις είναι σημαντικό στοιχείο, είναι μία αλυσίδα από πράξεις κι αποφάσεις που έχουν πίσω τους στρατηγική, δεν γίνονται τυχαία. Γιατί αν γίνονται τυχαία, τότε στο τέλος θα έχετε την ιστορία ενός τυχαίου ανθρώπου που τα άφησε όλα στην τύχη, όσα πάνε κι όσα έρθουν κι όχι του ανθρώπου που εσείς θέλετε να είστε. Αυτό είναι το βιογραφικό: η ιστορία μας. Αναρωτηθείτε τι ιστορία διηγήστε εσείς με το βιογραφικό σας. Εσείς θα θέλατε άραγε να σας γνωρίσετε διαβάζοντας το βιογραφικό σας;

5. Τα αποτελέσματα μίας έκθεσης αν ήταν μία καλή ή κακή απόφαση φαίνονται πολλούς μήνες και συχνά πολλά χρόνια μετά. Ακόμα κι αν η απόφαση ήταν άστοχη ή άτυχη, θα μάθετε κάτι. Στα εργαστήρια μας δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην αποτυχία. Μας αποκαλύπτει πολλά για τις ψευδαισθήσεις μας.

6. Μην παραμυθιαζόσαστε από όσους σας τάζουν λαγούς και πετραχήλια για μεγαλεία και ανοικτές αγκάλες.
Αν θέλετε να κάνετε το βήμα στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, πέραν του ότι πρεπει να γνωρίζετε άψογα την εικαστική γλώσσα που στη Δύση καταλαβαίνουν, θα έχετε να ανταγωνιστείτε ανθρώπους που βλέπουν την τέχνη ως ένα πάρα πολύ σοβαρό επάγγελμα, ως ένα αντικείμενο που έχουν σπουδάσει με συχνά μεγάλες προσωπικές θυσίες και χωρίς καμία οικογενειακή οικονομική υποστήριξη και είναι α-πο-φα-σι-σμέ-νοι να πετύχουν.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να διαπρέψετε, αυτά που ακούγονται περι του ελληνικού πνεύματος και ταλέντου είναι υπερβολές, ΟΛΟΙ σε αυτόν τον κλάδο ταλαντούχοι είναι, αυτό όμως δεν αρκεί για να πετύχει κανείς τους στόχους του. Χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά και συνεχής ενημέρωση, διαδικασία γνώσης. Χρειάζεται αγώνας μαραθώνιος. Θα αντέξετε;
Ωστόσο είναι εφικτό κι αρκετά εύκολο να αρχίσετε να εξοικειώνεστε με τις ξένες αγορές και νά κάνετε καλές παρουσίες. Τα άλλα θα έρθουν, αλλά σιγά σιγά.
Οπως κάθε σοβαρός — πλην όμως πρωτοεμφανιζόμενος — αθλητής γνωρίζει, όταν π.χ. είναι πρωταθλητής στην γειτονιά του και πάρει πρόκριση τους Ολυμπιακούς, ότι δεν πάει για μετάλιο, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η πείρα, η συμμετοχή και οι επαφές που θα αποκτήσει, ώστε σιγά σιγά να μπορέσει να βάλει στόχο το χρυσό, έτσι κι εσείς πρέπει να προπονηθείτε!

7. Επειδή συναντώ πολλούς ανυπόμονους για διακρίσεις και πωλησεις, έχω να πω τα εξής:
Ξεχάστε τις πωλήσεις αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη.
Αν δεν ξέρετε τον λογο που δεν πουλάτε, κοιτάξτε τις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων και ψάξτε τις λέξεις κλειδιά: ουκρανική κρίση, ρωσικό εμπάργκο, ύφεση, μείωση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, ανασφάλεια, ανεργία, αβεβαιότητα.
Ομως — κι αυτή είναι η συμβουλή μου — αν σταματήσετε να επενδύετε στο επάγγελμα σας, αν παγώσετε κι εσείς τις παρουσίες σας σε εκθέσεις, αν κόψετε τα ενημερωτικά ταξίδια ή την μετεκπαίδευση ή τις δημοσιεύσεις και τις δημπόσιες σχέσεις, τότε σε πέντε χρόνια από σήμερα, όραν η κρίση θα έχει περάσει, εσείς δεν θα είστε στην αρένα.
Αυτό παλεύουν όλοι οι επαγγελματίες εικαστικοί: να μείνουν στο παιχνίδι!

8. Μπορείτε όμως να προσέξετε που επενδύετε ή ξοδεύετε τα χρήματα σας.
Αν είστε δημιουργός εικαστικού κοσμήματος π.χ. για ποιό λόγο παίρνετε μέρος σε εμπορική έκθεση του εσωτερικού ή του εξωτερικού ή γιατί επαναλαμβάνετε την παρουσία σας σε εκθεσεις που ανακυκλώνουν τους ίδιους και τους ίδιους επισκέπτες;
Αναρωτηθείτε: η έκθεση στην οποία συμμετέχει ο/η συνάδελφος και σας κάνει *ζήλεια-ψώρα*, έχει νόημα για εσάς ή είναι απλώς πεταμένα λεφτά; Στο σάιτ κάθε έκθεσης υπάρχουν πληροφορίες και φωτογραφίες, διαβάστε και μελετήστε τι γράφει η ιστοσελίδα του διοργανωτή. Σας αρέσει; Σας πάει; Τον εμπιστεύεστε;

7. Αν δεν ξέρετε, ρωτάτε!